Top Definition
A hairstyle worn by aging men which combines a comb-over and a mullet. Longer hair is brushed back to hide a bald spot.
My boss has been sporting a mullover since the turn of the century.
από Sweet Melissa 24 Μάιος 2008
5 Words related to mullover

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.