Top Definition
The act of screwing around doing multiple non-productive activities.
That dimbulbian spends more time multi loafing than multi-tasking.
από Anti-Gen Y 31 Ιανουάριος 2007
5 Words related to multi loaf

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×