when someone is eating a lot.
damn man you munchin you ate like 4 bags of platano chips.
από caca poopoo 31 Ιούλιος 2006
1. A term for performing gay oral sex.

2. A term for performing oral sex.

3. The action of eating food.
What were you doing last night? Munchin?
από Mickwill 24 Φεβρουάριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×