Top Definition
The breasts of a male human, when they are particularly large, and therefore slightly female in appearance. See manboobs.
Darren's prominent munglies were often a source of embarrasment for him.
από Simon 18 Αύγουστος 2003
6 Words related to munglies

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×