Top Definition
1. One who fornicates with sheep, ewes and/or rams.

2. A bald New Zealand Physician Assistant

Oh yeah, he's a total Mutton Mangler.

από Some soldier 5 Μάρτιος 2008
1 more definition
A person who fucks sheep;

A New Zealand Physician
The captain is a real Mutton Mangler
από DocJay 7 Μάρτιος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×