Top Definition
A remark that is both narcissistic and sarcastic.
Narcicastically she said, ‘how could he resist this hot, desirable body out of all the other bodies in this place?
από denverdigs 15 Απρίλιος 2010
A form of humor in which narcissism is used sarcastically
"I'm pretty much the most beautiful and amazing person you will ever know." ... "You know I'm just being narcicastic, right?"
από La-Phawnda 19 Σεπτέμβριος 2015

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.