Top Definition
Falling asleep while having sex with dead people. Combination of necrophilia and narcolepsy. Often deadly, sufferers are given short periods of time to live.
Jim has narcrophilia, er, HAD narcrophilia, RIP Jim, RIP.
από Cowzilla, Pie lover extraordinare 25 Απρίλιος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.