Top Definition
Multitasking, usually eating and having sex. Most often used in the context of failing at both tasks.
Bob's nareshov sessions have caused his wife to leave him.
#multitask #food #eat #sex #fail
από Mary 4 Z. 5 Απρίλιος 2008
5 Words related to nareshov
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×