Top Definition
to be or get caught out; especially at parties where illegal substances, such as weed and alcohol are being served; also known as blown up, jaked out, and caught out.
"Yo, this massive party i went to got narked out by the cops last night"
από bittybaby 8 Νοέμβριος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×