to tell on someone
Tyson narked on the other's for partying when they should have not.
από Erika 10 Μάρτιος 2004
"Doing a Nark"- a common internet expression for claiming others work as your own
*Person 1* - "I love creating wallpapers"

*Person 2* - "wow these are good wallpapers, I should claim I made them"

*Person 1* - "Stop Narking me"
από KKKhaled 17 Ιούλιος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×