a British spelling for nars, an abbreviated form of narsty (root word: nasty)
"My god, did you see that bloke?"
"Indeed, he was totally narse"
από shopaholic123 21 Νοέμβριος 2009
A narcissist; some who has an extremely large ego; Full of themselves
The narse thinks everybody like her.
από The Knower Of Everything 19 Ιούνιος 2007
A person who is a bit of a moron. Usually used in association with a P.
What a narse. A P-narse.
από Jus 10 Ιανουάριος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×