Top Definition
nasty masterbating, usually the kind you accidently witness. Potentially involving unconventional lubes such as sweat from mowing the lawn, old milk, taco drippings, or water from under your fridge.
Walked in on my friend nasterbating the other day, his blow up doll was wrecked. It hurt my soul to witness that.
από JJRamzilla 20 Μάιος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×