Top Definition
From Neanderthal.

Noun: Someone who holds power tools in disdain

Verb: To use brute force on, with hand tools.
If you don't have a jointer, just neander it with a scrub plane before you run it through the planer.


He's not big on Norm Abrams, he's a neander.
από Yitah 27 Ιανουάριος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.