Top Definition
Tired or exhausted. Likely derived from the slang "tuckered" as in the phrase "I'm plum tuckered out", however "neckered" can stand alone without the helping words "plum" and "out".
Been haulin' brush all day. Milked the cows. Plowed the fields. I'm feeling a bit neckered.
από Chad the Wolf 2 Οκτώβριος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×