To strike or hit somebody's man-boobs with a blunt, and often hard, object.

The assailant or attacker usually exclaims "Nessle!" immmediately after the act has been commited.
Stephany nessled me in the hall today after I told her to suck my ass in 2nd Period.
από thanksamillionz 22 Μάιος 2005

5 Words Related to nessle

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×