Top Definition
To be educated through content on the internet.
ex. #1: "Bill doesn't have an education, but he is very netucated."
ex. #2: "I'm netucated and proud!"
από ramaniana 16 Αύγουστος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×