Top Definition
a) Great or wild newbishness.
b) A wildly newbish act.

(newbacy ©® Ranger 2004)
<Dramicus> i want to keep (windows) 98
<dbm> why in gods name would you want to do that?
<Ranger> Idiocy?
<Ranger> Lunacy?
<Ranger> Newbacy?
από dbm 7 Φεβρουάριος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×