Top Definition
To act paranoid, sometimes after the use of weed or amphetamines.

(A shortening of "paranoid").
"She's going right noidy now."
από Noidy 2 Απρίλιος 2007
4 Words related to noidy

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×