Top Definition
When something or someone eats away or takes away all of something.
The prank call nommed away all of my credit.
από eradicated 8 Απρίλιος 2011
2 Words related to nommed

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.