Top Definition
Used to describe an activity which involves one person looking to have relations (sexual or intimate) with a minor.
Originates from the word nonce meaning pervert
"He was pure noncing over her the other night"
από duff13 8 Μάιος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.