Top Definition
German term for an extremely noobish person, or noob cake. Primarily an insult. A pathetic slice of noob.
Fuck you, stupid noobencaken!

Hey! Get that noobencaken away from me; I don't want the NCD (noobencaken disease)!
από ZOMGASM 6 Μάρτιος 2009
6 Words related to noobencaken

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×