Top Definition
1. of or pertaining to females interested in the sexual organs of other females. see lesbian.
2. derivitive of the word nooche which can be substituted in for any adjective
1. i heard jessica ate that girl out, do you think shes a noochevader?
2. what a noochetastic day!
από the higher commision of the removal of noochevaders 4 Οκτώβριος 2007
8 Words related to noochevader

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×