Top Definition
To meet a preson or parties for a casual sexual encounter during work hours.
The intern and his boss met for a noondezvous at his parents house without the office knowing.
από Dr. Gasteron 29 Δεκέμβριος 2009
5 Words related to noondezvous

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.