Top Definition
Small titties (n.) Derived from KNOCKERS, which are large breasts - NOTkers are not knockers.
"Dude, check out the pair of notkers on that chick over there."

When James undid Jane's bra, he was surprised when a bunch of tissue fell out. It turns out, Jane was trying to hide her notkers from the world.
από Phil A. Sheeo 14 Ιούνιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.