Top Definition
know-how; practical skills
She was self-reliant and had the nouse to get the job done.
από Kevin Carr 3 Ιανουάριος 2005
A non-spouse.
Kimberly is not his wife! George is already married. Kimberly is George's nouse.
από ACUA 6 Οκτώβριος 2010
Portland Oregon slang term for penis. Derived from Pen-nouse.
wankin the nouse.
από elm118 22 Νοέμβριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.