Top Definition
Nutsack or a sack containing nuts or other objects that might trick someone into believing that the sack contains nuts. Commonly used as an insult.
His nussak hung nicely from his boxer shorts.
από iduno 1 Ιούλιος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×