Top Definition
To randomly place nutcrackers on co-workers desks and work area. They can be hidden or out in the open.
"Eric was nutcracked today."


"Have you seen that nutcracker behind Michelle's computer monitor? I wonder if she knows she's been nutcracked."
από Nutcracker Spirit 13 Δεκέμβριος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.