Top Definition
1. Making one's penis disappear, most likely your own.
2. Trying to detect plastic with a metal detector.
1. "Man, that magician's ocking me! I won't know where I'm peeing now!"
2. "I've ocked all over, but all I found was metal."
από Rupert Gehmlich 19 Νοέμβριος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×