Top Definition
an especially odd or peculiar quality, event or person.
an oddacy could be a girl who likes to count her pieces of cereal before she eats them, some awkward exchange between strangers, or a person's ability to bend his or her thumb backwards.
από lindalou2 17 Μάρτιος 2009
5 Words related to oddacy

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×