Top Definition
A cock that is always laying down; never reaches a hard. (See ED and limp)
That man has an old cock and never pleases his bitch.
από Nitemare 18 Ιανουάριος 2003
2 Words related to old cock

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.