Top Definition
To multitask on more than one operating system at one time.
It was hard to pay attention to the conversation when I was omnitasking by listening to music and word processing on the Mac, whilst chatting and image manipulating on Windows on the PC.
από Challudym 24 Οκτώβριος 2003
7 Words related to omnitasking

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×