Top Definition
Winning at multiple tasks, schemes, games, etc. at once,
Matt won the bet he placed on the game, won the money prize in poker while watching the game, and was 1st runner up on ideas of a Grand Scheme; Matt was omnitriumphant.
από The Golden One 22 Ιανουάριος 2008
5 Words related to omnitriumphant

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.