To be caught in an embarrasing predicament, to do something or to act in a heavy handed and clumsy manor.
'I felt such an ompse yesterday'
από om-ps 3 Οκτώβριος 2003
to make a fool of oneself or fumble over a task. or to create an embarassing situation.
whilst teetering down the road in her 5 inch stilettos, the girl got one foot stuck in a drain, she made an ompse.
από Jenny Smith 2 Οκτώβριος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×