Top Definition
to do something one time.
i went outside oncet.
#once #onced #one #jake #lamp
από googlefeck 15 Νοέμβριος 2007
5 Words related to oncet
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.