Top Definition
verb; an exploding orgasm due to a failure of releasing sexual tension.
megan robertson surpressed her sexual emotions for so long that she 'orgasploded' everywhere and was wiping her fanny juices off canvases for years to come while spreading them onto bread.
από Supersayan. 14 Ιούλιος 2009
4 Words related to orgasplode

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.