Top Definition
pleasantly surprised into an orgasmic state; Dazzled, esp. by a very attractive member of the opposite sex.
-Dude, I just found the hottest picture of your crush from math class, prepare to be orgazzled.
από bloodThugFoLyf 9 Φεβρουάριος 2009
5 Words related to orgazzle

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×