Top Definition
When your partner, typically a male, wishes to have marathon sex when you are not sexually aroused, are sleepy, not in the mood, or are otherwise preoccupied.
Not only are my inner thighs bruised, but I am absolutely exhausted after last night's orgeal.
από samdiego 28 Οκτώβριος 2009
7 Words related to orgeal

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×