Top Definition
n. 1. a true pimp
2. a person who is good at everything
you can never be a orin
από jay 22 Φεβρουάριος 2004
To flatten by the art of sitting.

To make something flatter by sitting on it for a long period of time.
sean sat on brandon and orinsed his nose.
από Chris F. , Scott M. 12 Απρίλιος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×