Top Definition
1) to make into the "other" to seperate from the 'our'; to make a distinction (negative connotation)
we otherized pinkos mother last night
από Struthy 20 Δεκέμβριος 2004
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×