Top Definition
Otted is when you are so overtired that you have symptoms of being drunk/high and you're dellusional. You start to have hullucinations and go potentially crazy.
"Dude I was soo otted last night, that was the first time I slept in a week!"
από HILARYTHEONEANDONLY 28 Μάρτιος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×