Grabbing a woman, dragging her into deep water, poking her from behind while cracking shellfish on her tits.
Summer at the beach was great - the day care center provided lots of otter fuck opportunities.
από otter 29 Μάρτιος 2003
1 more definition
Top Definition
a person who fucks otters; an incredibly stupid, annoying person
'oh man, you're such an otterfuck.'
από Jamie 2 Δεκέμβριος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×