Top Definition
A slender gay male with an interest in BEARS; less body hair than an OTTER or BEAR; usually found in the company of BEARS, CUBS or WOLVES
An otterpup plays in the wild with otters, & bears.
από otterpup 17 Σεπτέμβριος 2008
5 Words related to otterpup

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×