Top Definition
1. A typo for otherwise.

2. Possessing the wisdom of an otter.

3. Of or about younger, slim, hairy gay men.
1. "If the zoo queue is not too great, let's gape at the apes. Otterwise, let's go ogle the ocelots."

2. "That might be smart like a fox or otterwise."

3. "Invite Darryl if you like, but I'm already hooked-up otterwise."
από gillfish 27 Μάιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×