Top Definition
Outi is a definition for a gorgeous girl with huge problem with alcohol. Usually can be found from southern Finland getting her kicks out from handsome man who are more than willing to pay attention towards her.
Oh my god, its outi! Look at all those men around her! And what a surprize, she's drunk, again!
από HippAri 3 Απρίλιος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.