Top Definition
a terrorist who doesn't want to hurt or kill anyone.
Those ATHF pacerists shut Boston down without even using a bomb.
από mojoriesen 7 Φεβρουάριος 2007
5 Words related to pacerist

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×