Top Definition
1. A word in the play Hamlet meaning, 'peacock'. Peacocks had a bad reputation in Shakespeare's day...

2. One who behaves in a disgustingly fickle manner, often without any warning and for no reason at all.
Polly is being a pajock today...
από Shawn B. 6 Δεκέμβριος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×