Top Definition
The word that rymes with orange noun type of drug verb act of playing with oneself masterbation
Alex -"dude i took some pajorange"
bob-"well i pajoranged myself lastnight"
Alex-"ewwwww"
από short-stack 10 Δεκέμβριος 2006
5 Words related to pajorange

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×