Top Definition
the state of having "pale-kankles", or pale calfs and pale ankles all mixed into one.

thus shortened to pakankles.
Christine has such nasty pakankles she might get booted from the dance team.
#kankles #pale #feet #ankle #calf #pikankle #picankle #picancle
από Kitty Cat01 23 Δεκέμβριος 2007
8 Words related to pakankles
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×