Top Definition
A bird with no beak, a jewish man speaking greek, a mountain with no peak, guy with no penis taking a leak.
Elosomaloso: Man that pakasneek took my loot.
Theprophecy: My robes better drop, damned pakasneek.
από m0rpheus9 30 Νοέμβριος 2006
5 Words related to pakasneek

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×