Top Definition
A lover of older people. To old for them to date. Antonym. pediphile.
Katerina Wolff is a paliophile. (Katerina Wolff is a lover of older men.)
από HandyMan 1988 24 Σεπτέμβριος 2008
4 Words related to paliophile

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×